προμνηστεύομαι


προμνηστεύομαι
ΜΑ
μσν.
αρραβωνιάζομαι εκ τών προτέρων
μσν.-αρχ.
1. προμνῶμαι*
2. (σχετικά με το αξίωμα τού επισκόπου) αγωνίζομαι, επιδιώκω να αποκτήσω κάτι.
[ΕΤΥΜΟΛ. < προ-* + μνηστεύομαι «αρραβωνιάζομαι, αναζητώ, επιδιώκω»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • προμνηστεύομαι — pres ind mp 1st sg προμνηστεύομαι pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προμνηστευόμενον — προμνηστεύομαι pres part mp masc acc sg προμνηστεύομαι pres part mp neut nom/voc/acc sg προμνηστεύομαι pres part mp masc acc sg προμνηστεύομαι pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προμνηστεύει — προμνηστεύομαι pres ind mp 2nd sg προμνηστεύομαι pres ind mp 2nd sg προμνηστεύομαι pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προμνηστευθεῖσαν — προμνηστεύομαι aor part mp fem acc sg προμνηστεύομαι aor part pass fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προμνηστευθείσης — προμνηστεύομαι aor part mp fem gen sg (attic epic ionic) προμνηστεύομαι aor part pass fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προμνηστευσαμένης — προμνηστεύομαι aor part mp fem gen sg (attic epic ionic) προμνηστεύομαι aor part mid fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προμνηστευσαμένου — προμνηστεύομαι aor part mp masc/neut gen sg προμνηστεύομαι aor part mid masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προμνηστευσάμενος — προμνηστεύομαι aor part mp masc nom sg προμνηστεύομαι aor part mid masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προμνηστευέσθω — προμνηστεύομαι pres imperat mp 3rd sg προμνηστεύομαι pres imperat mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προμνηστευόμενοι — προμνηστεύομαι pres part mp masc nom/voc pl προμνηστεύομαι pres part mp masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.